Πράκτορες σε παριζιάνικα καφέ "γλυκοκοιτάζουν" Φουκώ και Ντεριντά για να ξεχαρβαλώσουν την Αριστερά

 

Αποχαρακτηρισμένα έγραφα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτουν και σκιαγραφούν με έναν γλαφυρό τρόπο τις επιχειρήσεις της CIA να κατανοήσει, να αναμειχθεί και να αλληλεπιδράσει με την ιδεολογική παραγωγή. Οι ενέργειες αυτές μπορούν να συνοψιστούν στο διαμετρικό αντίστροφο του μανιχαϊστικού “όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας” που χαρακτηρίζει εδώ και μερικά χρόνια την αμερικανική κυριαρχία. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε η CIA το εποικοδόμημα του πολιτισμού και της θεωρίας τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Οι λεπτομέρειες είναι σχεδόν διασκεδαστικές, πράκτορες και πρακτορίσκοι να συχνάζουν σαν μποέμ φιγούρες στα παριζιάνικα καφέ για να… αναλύουν φιλοσοφικές θεωρίες και την παραγωγή πολιτισμού. Τα αποτελέσματα ανατριχιαστικά, η CIA “γλυκοκοίταζε” όλα εκείνα τα κομμάτια της σύγχρονης αριστεράς που είχαν αναπτύξει μια “κριτική ματιά” στην ΕΣΣΔ -υποστηρίζοντας (απολύτως ορθά με βάση τις μετέπειτα εξελίξεις) ότι η κριτική από πολλά κομμάτια της ευρωπαϊκής αριστερής θεωρίας τόσο στο αμερικανικό μοντέλο όσο και στο σοβιετικό, στην πράξη αποδυναμώνει τα στηρίγματα του κομμουνισμού στη γηραιά ήπειρο και τις όποιες προσπάθειες ανάπτυξης ριζοσπαστικής θεωρίας με κεντρικό στόχο την κοινωνική ισότητα και απελευθέρωση. Η επακόλουθη διάχυση και κατακερματισμός της αριστερής σκέψης στους δρόμους της διαχείρισης και της σοσιαλδημοκρατίας ελάφρυναν την πίεση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να συνεχίζει ανενόχλητος την ατζέντα της κυριαρχίας του στον πλανήτη.

Τα αποτελέσματα, εμφανή και γνωστά πλέον στην εποχή μας, και οι μέθοδοι, ξεδιπλώνονται εύστοχα στις επόμενες γραμμές, οι οποίες όμως επιχειρούν ένα ελπιδοφόρο κλείσιμο. Έχοντας προσδιορίσει το σύνολο σχεδόν των μετώπων στα οποία ανέπτυξαν δυνάμεις οι μυστικές υπηρεσίες, ο συγγραφέας κλείνει με μια σειρά από ενδιαφέρουσες προτάσεις για τις τακτικές της αναγκαίας αντεπίθεσης στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό στην κοινωνία και την πολιτική.

Το δοκίμιο του Γκάμπριελ Ροκχιλ που ακολουθεί θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν μια επισκόπηση στον Γκράμσι και την περίφημη «πολιτισμική ηγεμονία» του, αλλά με μια εντελώς μηχανιστική οπτική, πώς, δηλαδή με ποιους τρόπους και εργαλεία προκύπτει (προφανώς παντελώς μη ακηδεμόνευτα) μια τέτοια ηγεμονία.

Μετάφραση και σχόλια Κώστας Μπουγιούκος και Γιώργος Μιχαηλίδης.

The CIA Reads French Theory: On the Intellectual Labor of Dismantling the Cultural Left

Gabriel Rockhill

Συχνά θεωρείται ότι οι διανοούμενοι έχουν μικρή ή καθόλου πολιτική εξουσία. Σκαρφαλωμένοι σε έναν χρυσοελεφάντινο πύργο προνομίων, αποσυνδεδεμένοι από τον πραγματικό κόσμο, μπλεγμένοι σε ακαδημαϊκές συζητήσεις δίχως νόημα πάνω σε εξειδικευμένες λεπτομέρειες ή επιπλέοντας πάνω σε παράξενα σύννεφα υπερφίαλης θεωρίας, οι διανοούμενοι συχνά απεικονίζονται όχι μόνο ως αποκομμένοι από την πραγματικότητα αλλά ως ανίκανοι να έχουν κάποιο ουσιαστικό αντίκτυπο πάνω σ’ αυτήν. Η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (η CIA) πάντως έχει άλλη άποψη.

Στην πραγματικότητα, ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τα πραξικοπήματα, τις στοχευμένες δολοφονίες και την σκιώδη χειραγώγηση ξένων κυβερνήσεων όχι μόνο πιστεύει στη δύναμη της θεωρίας αλλά αφιέρωσε σημαντικούς πόρους για να διατηρεί μία ομάδα μυστικών πρακτόρων, ρίχνοντάς τους όλους πάνω σε αυτό που κάποιοι θεωρούν ως την πιο δυσνόητη και περίπλοκη θεωρία που έχει ποτέ παραχθεί. Διότι σε μια ενδιαφέρουσα ερευνητική εργασία γραμμένη το 1985, που πρόσφατα κυκλοφόρησε με μικρές τροποποιήσεις μέσω του Freedom of Information Act (Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης), η CIA αποκαλύπτει ότι οι συνεργάτες της μελετούσαν την περίπλοκη, αποτελούσα σημείο αναφοράς, διεθνή Γαλλική θεωρία που συνδέεται με τα ονόματα των Μισέλ Φουκώ, Ζακ Λακάν και Ρολάντ Μπαρτ.

Η εικόνα των Αμερικανών κατασκόπων που συγκεντρώνονται στα παριζιάνικα καφέ για να μελετήσουν με επιμονή και να συγκρίνουν τις σημειώσεις τους πάνω στους ανώτερους ιερείς της γαλλικής διανόησης ίσως να σοκάρει εκείνους που θεωρούν αυτή την ομάδα διανοουμένων ως φωστήρες των οποίων η απόκοσμη πολυπλοκότητα δεν θα μπορούσε να πιαστεί σε ένα τόσο χυδαίο δίχτυ ή αυτούς που αντιθέτως τους θεωρούν τσαρλατάνους μικροπωλητές/γυρολόγους μιας ακατανόητης ρητορικής με μικρή ή καθόλου επίδραση στον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να εκπλήξει όσους είναι εξοικειωμένοι με την μακρόπνοη και διαρκή επένδυση της CIA σε έναν παγκόσμιο πολιτιστικό πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης των πιο πρωτοποριακών μορφών του, οι οποίες έχουν τεκμηριωθεί καλά από ερευνητές όπως ο Φρανς Στόνορ Σώντερς, ο Ζιλ Σκοτ-Σμιθ, ο Χιου Γουίλφορντ (και εγώ έχω κάνει τη δική μου συνεισφορά στο Radical History &the Politics of Art).

Ο Τόμας Μπρέιντεν, ο πρώην επόπτης των πολιτιστικών δραστηριοτήτων της CIA, έχει εξηγήσει την ισχύ της πολιτιστικής επίθεσης της Υπηρεσίας σε έναν ειλικρινή απολογισμό σε ένα “εσωτερικό σημείωμα” που δημοσιεύτηκε το 1967: “Θυμάμαι την τεράστια χαρά που πήρα όταν η Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης [η οποία χρηματοδοτούνταν από τη CIA] κέρδισε μεγαλύτερη αναγνώριση για τις ΗΠΑ στο Παρίσι, που ούτε ο Τζων Φώστερ Ντάλ ή ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ δεν θα μπορούσαν να ‘χουν κερδίσει για εκατοντάδες λόγους.” Αυτή δεν ήταν σε καμιά περίπτωση μία μικρή ή περιορισμένη επιχείρηση. Στην πραγματικότητα, όπως εύστοχα έχει υποστηρίξει ο Γουίλφορντ, το Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία (Congress for Cultural Freedom/CCF), το οποίο έδρευε στο Παρίσι και αργότερα αποκαλύφτηκε ως μία μετωπική οργάνωση της CIA κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν αναμεταξύ των πιο σημαντικών μαικήνων στην παγκόσμια ιστορία, υποστηρίζοντας ένα απίστευτο εύρος καλλιτεχνικών και διανοητικών δραστηριοτήτων. Είχε γραφεία σε 35 χώρες, εξέδιδε δεκάδες περιοδικά κύρους, αναμείχθηκε στη βιομηχανία του βιβλίου, οργάνωνε διεθνή συνέδρια υψηλού προφίλ και καλλιτεχνικές εκθέσεις, συντόνιζε παραστάσεις και συναυλίες και συνέβαλε με άφθονη χρηματοδότηση σε διάφορα πολιτιστικά βραβεία κι υποτροφίες καθώς και σε μετωπικούς οργανισμούς όπως το Fartfield Foundation.

 

Η υπηρεσία πληροφοριών αντιλαμβάνεται την κουλτούρα και τη θεωρία ως σημαντικά όπλα στο συνολικό οπλοστάσιο που αναπτύσσει για την διαιώνιση των συμφερόντων των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Το πρόσφατα δημοσιευμένο ερευνητικό έγγραφο του 1985, που τιτλοφορείται: “Γαλλία: Αυτομόληση των Αριστερών Διανοουμένων” εξετάζει -αναμφισβήτητα προκειμένου να χειραγωγήσει- τη γαλλική διανόηση και τον θεμελιώδη της ρόλο στο να διαμορφώνει τις τάσεις που παράγουν πολιτική και πολιτικές. Υποδεικνύοντας ότι έχει υπάρξει μια σχετική ιδεολογική ισορροπία μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς στην ιστορία του γαλλικού κόσμου της διανόησης, η έκθεση υπογραμμίζει το μονοπώλιο της αριστεράς στην άμεση μεταπολεμική εποχή -στην οποία γνωρίζουμε ότι η Υπηρεσία ήταν εμφατικά αντίθετη- εξαιτίας του ρόλου-κλειδί των Κομμουνιστών στην αντίσταση εναντίον του φασισμού και τελικά στη νίκη στον πόλεμο εναντίον του. Παρόλο που η δεξιά ήταν σημαντικά απονομιμοποιημένη εξαιτίας της άμεσης συνεισφοράς της στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, καθώς και της συνολικής ξενοφοβικής, εναντίον της ισότητας και φασιστικής ατζέντας (σύμφωνα με την ίδια την περιγραφή της CIA), οι ανώνυμοι μυστικοί πράκτορες οι οποίοι συνέταξαν τη μελέτη σκιαγραφούν με χειροπιαστή απόλαυση την επιστροφή της Δεξιάς από περίπου τις αρχές της δεκαετίας του ‘70.

Πιο συγκεκριμένα, οι μυστικοί “πολιτιστικοί πολεμιστές” χειροκροτούν αυτό που βλέπουν ως διπλή κίνηση που έχει συμβάλλει στη μετατόπιση της εστίασης της κριτικής της διανόησης μακριά από τις ΗΠΑ και προς την ΕΣΣΔ. Στα αριστερά, υπήρχε μία σταδιακή δυσαρέσκεια της διανόησης προς τον Σταλινισμό και τον Μαρξισμό, μια προοδευτική απόσυρση των ριζοσπαστών διανοουμένων από τη δημόσια συζήτηση και μία θεωρητική κίνηση απομάκρυνσης από τον σοσιαλισμό και το σοσιαλιστικό κόμμα. Ακόμη πιο δεξιά, οι ιδεολογικοί οπορτουνιστές που αναφέρονταν ως Νέοι Φιλόσοφοι και η Νέα Δεξιά διανόηση ξεκίνησαν μια υψηλού προφίλ εκστρατεία κηλίδωσης του Μαρξισμού.

Ενώ άλλα πλοκάμια του παγκόσμιου κατασκοπευτικού οργανισμού ήταν αναμεμειγμένα στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών, παρέχοντας πληροφορίες και χρηματοδότηση σε φασίστες δικτάτορες και υποστήριξη δεξιών ομάδων-θανάτου, η παριζιάνικη κεντρική μοίρα πληροφοριών για την διανόηση συνέλεγε στοιχεία πάνω στο πώς η θεωρητική παγκόσμια κίνηση προς τα δεξιά ωφελούσε άμεσα την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι αριστερόστροφοι διανοούμενοι της άμεσης μεταπολεμικής εποχής ήταν ανοιχτά κριτικοί προς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Η επιρροή του Ζαν Πωλ Σαρτρ πάνω στα ΜΜΕ, ως ενός ειλικρινούς κριτικού του Μαρξισμού, και ο αξιοσημείωτος ρόλος του -ως ιδρυτή της Libération- στην αποκάλυψη του καλύμματος του σταθμάρχη της CIA στο Παρίσι καθώς και δεκάδων μυστικών επιχειρήσεών της, παρακολουθούνταν στενά από την Υπηρεσία και θεωρούνταν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα.

Αντιθέτως, η αντι-Σοβιετική και αντι-Μαρξιστική ατμόσφαιρα της αναδυόμενης νεοφιλελεύθερης εποχής εξέτρεψε τον δημόσιο έλεγχο και παρείχε μια εξαιρετική κάλυψη για τους βρώμικους πολέμους της CIA καθιστώντας “πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε να κινητοποιήσει μια σημαντική αντιπολίτευση ανάμεσα στις ελίτ των διανοουμένων προς τις αμεριναικές πολιτικές στην Κεντρική Αμερική, για παράδειγμα.” Ο Greg Grandin, ένας απ’ τους κορυφαίους ιστορικούς της Λατινικής Αμερικής, συνόψισε άψογα αυτή την κατάσταση στο The Last Colonial Massacre: “Πέρα απ’ τη διεξαγωγή ξεκάθαρα καταστροφικών και θανατηφόρων επεμβάσεων στη Γουατεμάλα το 1954, στη Δομινικανική Δημοκρατία το 1965, στη Χιλή το 1973 και το Ελ Σαλβαδόρ και τη Νικαράγουα στη δεκαετία του ‘80, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δώσει ήσυχη και σταθερή, οικονομική, υλική και ηθική υποστήριξη σε δολοφονικά αντεπαναστατικά κράτη. […] Αλλά η έκταση των σφαλμάτων του Στάλιν διασφαλίζει ότι τέτοιες βρώμικες ιστορίες, ανεξάρτητα απ’ το πόσο αδιάσειστες, ενδελεχείς ή ενοχοποιητικές είναι, δεν θα διαταράξουν τα θεμέλια μιας κοσμοθεωρίας που δεσμεύεται για τον υποδειγματικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην υπεράσπιση αυτού που γνωρίζουμε ως δημοκρατία.”

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μασκαρεμένοι μανδαρίνοι επιδοκιμάζουν και υποστηρίζουν την αδιάκοπη κριτική που μια νέα γενιά αντι-Μαρξιστών διανοητών όπως ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο Αντρέ Γκλουκσμάν και ο Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ εξαπέλυσαν εναντίον “της τελευταίας κλίκας Κομμουνιστών σοφών” (που αποτελούνταν, σύμφωνα με τους ανώνυμους πράκτορες, από τον Σαρτρ, τον Μπαρτ, τον Λακάν και τον Λουί Αλτουσσέρ). Με δεδομένη την αριστερή κλίση αυτών των αντι-Μαρξιστών στα νιάτα τους, προσέφεραν το τέλειο μοντέλο για την κατασκευή παραπλανητικών αφηγήσεων που συνδυάζουν την υποτιθέμενη προσωπική πολιτική ανάπτυξη με την προοδευτική πορεία του χρόνου, σαν τόσο η ατομική ζωή όσο και η ιστορία να ήταν απλά ένα ζήτημα “ωρίμανσης” και αναγνώρισης ότι ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός με βάση την ισότητα είναι ένα πράγμα του -προσωπικού και ιστορικού- παρελθόντος. Αυτός ο προστατευτικός, πάνσοφος ντεφετισμός δεν υπηρετεί μόνο τη δυσφήμιση των νέων κινημάτων, ιδιαίτερα όσων έχουν νεολαιίστικη βάση αλλά επίσης χαρακτηρίζει λανθασμένα τις σχετικές επιτυχίες της αντεπαναστατικής καταπίεσης ως τη φυσική πρόοδο της ιστορίας.

 

Ακόμη και οι θεωρητικοί που δεν ήταν αντίθετοι με τον μαρξισμό, όπως αυτοί οι αντιδραστικοί διανοούμενοι, έχουν σημαντική συμβολή στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος απογοήτευσης για τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αποστασιοποίησης από τα κοινωνικά κινήματα και «κριτικής διερεύνησης» κενής ριζοσπαστικής πολιτικής. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την κατανόηση της συνολικής στρατηγικής της CIA στις ευρείες και βαθιές προσπάθειές της να αποδιοργανώσει την πολιτιστική αριστερά στην Ευρώπη και αλλού. Αναγνωρίζοντας ότι είναι απίθανο να εξαλειφθεί εξ ολοκλήρου, η πιο ισχυρή οργάνωση κατασκοπείας του κόσμου προσπάθησε να μετακινήσει την αριστερή κουλτούρα μακριά από την αποφασιστική αντικαπιταλιστική και μετασχηματιστική πολιτική προς κεντροαριστερές μεταρρυθμιστικές θέσεις που είναι λιγότερο εμφανώς επικριτικές έναντι των διεθνών και εγχώριων πολιτικών των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, όπως έδειξε λεπτομερώς ο Saunders, το γραφείο πήγε ακόμα πιο πίσω από το ελεγχόμενο από τον McCarthy Κογκρέσο στη μεταπολεμική περίοδο, προκειμένου να υποστηρίξει άμεσα και να προωθήσει αριστερά πρότζεκτ που οδήγησαν πολιτιστικούς παραγωγούς και καταναλωτές μακριά από την αποφασισμένη αριστερά που παλεύει για ισότητα. Διαχωρίζοντας και απονομιμοποιώντας την τελευταία, επιδίωξε επίσης να κατακερματίσει την αριστερά εν γένει, αφήνοντας ό, τι γλύτωσε από την κεντροαριστερά με ελάχιστη δύναμη και δημόσια στήριξη (και βέβαια δυνητικά, η απονομιμοποίηση προέκυψε λόγω της συνενοχής  με την πολιτική εξουσία της δεξιάς, ζήτημα που εξακολουθεί να πλήττει σκληρά όλα τα σύγχρονα θεσμικά κόμματα στα αριστερά).

Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να κατανοήσουμε την στοργή του πρακτορείου κατασκοπείας για όλες τις σχετικές με την μεταστροφή αυτή αφηγήσεις αλλά και τη βαθιά του εκτίμηση για τους «μεταρρυθμισμένους μαρξιστές», ένα κεντρικό μοτίβο που διαπερνά όλο το ερευνητικό έγγραφο για τη γαλλική θεωρία. «Ακόμη πιο αποτελεσματικοί στην υπονόμευση του μαρξισμού», γράφουν οι κατάσκοποι, «ήταν εκείνοι οι διανοούμενοι που έθεσαν εαυτούς ως αληθινούς πιστούς στην εφαρμογή της μαρξιστικής θεωρίας στις κοινωνικές επιστήμες, αλλά κατέληξαν στην επανεξέταση και την απόρριψη ολόκληρης της παράδοσης». Αναφέρουν ειδικότερα τη βαθιά συμβολή της σχολής της ιστοριογραφίας και του δομισμού της Σχολής των Annales -ιδιαίτερα τους Claude Lévi-Strauss και Foucault- στην «κρίσιμη κατεδάφιση της μαρξιστικής επιρροής στις κοινωνικές επιστήμες». Ο Foucault, ο οποίος αναφέρεται ως «ο πιο βαθύς και σημαίνων στοχαστής της Γαλλίας», επικροτείται συγκεκριμένα για τον έπαινό του προς τους Διανοουμένους της Νέας Δεξιάς, για την υπενθύμιση στους φιλόσοφους των «αιματηρών» συνεπειών που επέρχονται από την ορθολογική κοινωνική θεωρία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και τις εποχές των  Επαναστάσεων». Αν και θα ήταν λάθος να συμπτύσσει κανείς την πολιτική ή την πολιτιστική επιρροή σε μια μοναδική θέση ή αποτέλεσμα, η αντι-επαναστατική αριστερά του Foucault και η διαιώνιση του εκβιασμού του γκούλαγκ -δηλ. ο ισχυρισμός ότι τα εκτεταμένα ριζοσπαστικά κινήματα που στοχεύουν σε βαθύ κοινωνικό και πολιτιστικό μετασχηματισμό αναζωογονούν μόνο τις πιο επικίνδυνες παραδόσεις- είναι απόλυτα σύμφωνες με τις γενικές στρατηγικές του ψυχολογικού πολέμου του πρακτορείου κατασκοπείας.

france-defections-of-the-leftist-intellectuals-color-e1497599681658

φωτογραφία από το openculture, από άρθρο πάνω στο ίδιο ζήτημα

Η ανάγνωση της γαλλικής θεωρίας από τη CIA μας κάνει να κάνουμε μια στάση για να αναθεωρήσουμε το ριζικά κομψό φτιασίδωμα που συνοδεύει μεγάλο μέρος της αγγλόφωνης υποδοχής της. Σύμφωνα με μια αντίληψη σταδίων της προοδευτικότητας της ιστορίας (η οποία συνήθως εθελοτυφλεί μπροστά  στην σιωπηρή της τελεολογία), η δουλειά ατόμων όπως ο Foucault, ο Derrida και άλλοι Γάλλοι θεωρητικοί, είναι συχνά διαισθητικά συνδεδεμένη με μια βαθιά και εκλεπτυσμένη κριτική που θεωρείται ότι πιθανότατα ξεπερνά κατά πολύ οτιδήποτε βρίσκεται στις σοσιαλιστικές, μαρξιστικές ή αναρχικές παραδόσεις. Είναι σίγουρα αλήθεια και αξίζει να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι η αγγλόφωνη υποδοχή της γαλλικής θεωρίας, όπως επεσήμανε εύστοχα ο John McCumber, είχε σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις ως πόλος αντίστασης στην ψευδή πολιτική της ουδετερότητας, τους ασφαλείς τεχνικαντισμούς της λογικής και της γλώσσας ή τον άμεσο ιδεολογικό κονφορμισμό, λειτουργικά όλα στις υποστηριζόμενες από τον McCarthy παραδόσεις της αγγλοαμερικανικής φιλοσοφίας. Ωστόσο, οι θεωρητικές πρακτικές των προσώπων που έστρεψαν την πλάτη τους σε αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης αποκαλούσε την παράδοση της ριζοσπαστικής κριτικής -εννοώντας την αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη- συνέβαλαν σίγουρα στην ιδεολογική απόκλιση από πολιτικές κοινωνικού μετασχηματισμού. Σύμφωνα με το ίδιο το πρακτορείο κατασκοπείας, η μετα-μαρξιστική γαλλική ιδεολογία συνέβαλε άμεσα στο πολιτιστικό πρόγραμμα της CIA για την αποδυνάμωση της αριστεράς προς τα δεξιά, ενώ απονομιμοποιώντας τον αντιιμπεριαλισμό και τον αντικαπιταλισμό δημιούργησε ένα πνευματικό περιβάλλον στο οποίο θα μπορούσε να συνεχίσει να επιδιώκει τα ιμπεριαλιστικά της σχέδια χωρίς να παρεμποδίζεται από σοβαρά εξονυχιστική κριτική από τη διανόηση.

Όπως γνωρίζουμε από την έρευνα σχετικά με το πρόγραμμα ψυχολογικού πολέμου της CIA, ο οργανισμός όχι μόνο έχει εντοπίσει και επιδιώξει να επιβληθεί σε άτομα, αλλά ήταν πάντα πρόθυμος στο να κατανοήσει και να μετασχηματίσει τους θεσμούς παραγωγής και διανομής κουλτούρας. Πράγματι, η μελέτη  σχετικά με τη γαλλική θεωρία αναδεικνύει το διαρθρωτικό ρόλο των πανεπιστημίων, των εκδοτικών οίκων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης στο σχηματισμό και στην εδραίωση ενός συλλογικού πολιτικού ήθους. Σε περιγραφές -που όπως και το υπόλοιπο έγγραφο, πρέπει να μας προσκαλέσουν να σκεφτούμε κριτικά για την τρέχουσα ακαδημαϊκή κατάσταση στον Αγγλόφωνο κόσμο και πέρα από αυτόν- οι συντάκτες της αναφοράς αποκαλύπτουν τους τρόπους με τους οποίους η ανασφάλεια της ακαδημαϊκής εργασίας συμβάλλει στην κατεδάφιση της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αν οι μαχόμενοι αριστεροί δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε τα υλικά μέσα που είναι απαραίτητα για να εκτελέσουμε το έργο μας ή εάν είμαστε λίγο ή πολύ αναγκασμένοι να συμμορφωθούμε για να βρούμε απασχόληση, να δημοσιεύσουμε τα γραπτά μας ή για να έχουμε ένα ακροατήριο, τότε οι δομικές συνθήκες για την ύπαρξη μιας αποφασιστικής αριστερής συλλογικότητας αποδυναμώνονται. Η επαγγελματοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ένα άλλο εργαλείο που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι στοχεύει να μετασχηματίσει τους ανθρώπους σε τεχνο-επιστημονικά γρανάζια στην καπιταλιστική μηχανή και όχι σε αυτόνομους πολίτες με αξιόπιστα εργαλεία για κοινωνική κριτική. Οι μανδαρίνοι της θεωρίας της CIA επομένως συγχαίρουν τις προσπάθειες της γαλλικής κυβέρνησης να «προωθήσει τους σπουδαστές σε επιχειρηματικά και τεχνικά μαθήματα». Σημειώνουν επίσης τις συμβολές μεγάλων εκδοτικών οίκων όπως το Grasset, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη μόδα της αμερικανικής κουλτούρας στην προώθηση της μετα-σοσιαλιστικής και anti-egalitarian πλατφόρμας.

Ποια διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε από αυτήν την έκθεση της CIA, ιδιαίτερα στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον με τη συνεχιζόμενη επίθεσή της στην κριτική διανόηση; Πρώτα απ ‘όλα, θα πρέπει να είναι μια πειστική υπενθύμιση ότι αν κάποιος υποθέσει ότι οι διανοούμενοι είναι ανίσχυροι και ότι οι πολιτικοί μας προσανατολισμοί δεν έχουν σημασία, ο οργανισμός που αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες εξουσίας στη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική, δεν συμφωνεί. Η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, όπως το λέει με ειρωνεία το όνομα της, πιστεύει στη δύναμη της νοημοσύνης[1] και της θεωρίας και αυτό θα πρέπει να το πάρουμε πολύ σοβαρά υπόψη. Υποθέτοντας ψευδώς ότι το πνευματικό έργο έχει ελάχιστη ή καθόλου σχέση με τον «πραγματικό κόσμο», όχι μόνο παρερμηνεύουμε τις πρακτικές συνέπειες της θεωρητικής εργασίας, αλλά διατρέχουμε τον κίνδυνο να κλείνουμε επικίνδυνα τα μάτια στα πολιτικά εκείνα σχέδια για τα οποία μπορούμε εύκολα να γίνουμε οι άδηλοι πολιτιστικοί τους πρεσβευτές. Παρόλο που είναι βέβαιο ότι το γαλλικό έθνος-κράτος και οι πολιτιστικοί του μηχανισμοί παρέχουν μια πολύ πιο σημαντική δημόσια πλατφόρμα για διανοούμενους απ ‘ό,τι μπορεί να βρεθεί σε πολλές άλλες χώρες, η ανησυχία της CIA για χαρτογράφηση και χειραγώγηση της θεωρητικής και πολιτιστικής παραγωγής και αλλού θα πρέπει να χρησιμεύσει ως κάλεσμα αφύπνισης σε όλους μας.

Δεύτερον, οι διαμεσολαβητές της εξουσίας σήμερα έχουν κεκτημένο συμφέρον να καλλιεργήσουν μια ιντελιγκέντσια, της οποίας η κριτική ακρίβεια έχει αμβλυνθεί ή καταστραφεί, ενισχύοντας ιδρύματα που βασίζονται στα συμφέροντα των επιχειρήσεων και των τεχνολογικών επιστημών, εξισώνοντας την αριστερή πολιτική με την αντιεπιστημονικότητα, συσχετίζοντας την επιστήμη με μια δήθεν ψευδή πολιτική ουδετερότητα, προωθώντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που κατακλύζουν τα ραδιοτηλεοπτικά κύματα με κονφορμιστική φλυαρία, απομονώνοντας μαχόμενους αριστερούς εκτός των μεγάλων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και τον προβολέα των μέσων ενημέρωσης και αποκηρύσσοντας κάθε κάλεσμα για ριζοσπαστικό ισότιμο και οικολογικό κοινωνικό μετασχηματισμό Στην ιδανική περίπτωση, επιδιώκουν να καλλιεργήσουν μια πνευματική κουλτούρα που, αν και είναι στα αριστερά, είναι εξουδετερωμένη, ακινητοποιημένη, αφηρημένη, αδιάφορη και ικανοποιούμενη με το ηττοπαθητικό τρίψιμο των χεριών ή με την παθητική κριτική της αριστεράς των ριζικών κινητοποιήσεων. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους θα θέλαμε να θεωρήσουμε την αντίδραση των διανοούμενων στον ανερχόμενο ριζοσπαστικό αριστερισμό στα πανεπιστήμια των Η.Π.Α., σαν μια επικίνδυνη πολιτική θέση: δεν συνάδει άραγε απευθείας με την ιμπεριαλιστική ατζέντα της CIA σε όλο τον κόσμο;

Τρίτον, για να αντιμετωπιστεί αυτή η θεσμική επίθεση στην μαχόμενη αριστερή κουλτούρα, είναι επιτακτική ανάγκη να αντισταθούμε στην επισφαλειοποίηση και στην επαγγελματοποίηση της εκπαίδευση. Είναι εξίσου σημαντικό να δημιουργήσουμε δημόσιες σφαίρες για πραγματικά κρίσιμες συζητήσεις, παρέχοντας μια ευρύτερη πλατφόρμα για εκείνους που αναγνωρίζουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι όχι μόνο εφικτός αλλά αναγκαίος. Πρέπει επίσης να συνεργαστούμε για να συμβάλουμε ή να αναπτύξουμε περαιτέρω εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, διαφορετικά μοντέλα εκπαίδευσης, όργανα αντίστασης και ριζοσπαστικές συλλογικότητες Είναι ζωτικής σημασίας να αναθρέφουμε  ακριβώς αυτό που θέλουν να καταστρέψουν οι συγκεκαλυμμένοι πολέμιοι του πολιτισμού: μια κουλτούρα της ριζοσπαστικής αριστεράς με ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο στήριξης, πλατιά δημόσια συμπαράσταση, εκτεταμένη ισχύ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ενισχυμένη  δύναμη κινητοποίησης

Τέλος, οι διανοούμενοι όλου του κόσμου πρέπει να ενωθούν αναγνωρίζοντας την δύναμή μας και να την καταλάβουμε προκειμένου να κάνουμε ό, τι μπορούμε για να αναπτύξουμε μια συστημική και ριζοσπαστική κριτική που είναι εξίσου ισότιμη και οικολογική, καθώς και αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική. Οι θέσεις που υπερασπίζεται κανείς στην αίθουσα διδασκαλίας ή δημοσίως είναι σημαντικές για τον καθορισμό των όρων της συζήτησης και την καταγραφή του πεδίου των πολιτικών δυνατοτήτων. Σε άμεση αντίθεση με την πολιτισμική στρατηγική του πρακτορείου κατασκοπείας για τον κατακερματισμό και την πόλωση, με την οποία προσπάθησε να αποκόψει και να απομονώσει την αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική αριστερά, εναντιώνοντάς την με ρεφορμιστικές θέσεις, πρέπει να γίνουμε οι φορείς και να κινητοποιηθούμε αναγνωρίζοντας τη σημασία του δουλεύοντας μαζί -σε όλη την αριστερά, όπως μας υπενθύμισε πρόσφατα η Keeanga-Yamahtta Taylor- για την καλλιέργεια μιας πραγματικά κριτικής ιντελιγκέντσιας. Αντί να διακηρύττουμε ή να θρηνούμε την αδυναμία των διανοουμένων, θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε την ικανότητα να μιλάμε την αλήθεια απέναντι στην εξουσία δουλεύοντας μαζί και κινητοποιώντας την ικανότητά μας να δημιουργούμε συλλογικά τα θεσμικά όργανα που είναι απαραίτητα για έναν κόσμο αριστερού πολιτισμού. Γιατί μόνο σε έναν τέτοιο κόσμο και στους θόλους της ηχούς της κριτικής ιντελιγκέντσιας που παράγει, μπορούν να ακουστούν οι ωμές αλήθειες, και έτσι να αλλάξουν οι ίδιες οι δομές της εξουσίας.

Ο Gabriel Rockhill είναι φιλόσοφος και ασχολείται με την κριτική της κουλτούρας και την πολιτική θεωρία. Διδάσκει στο Villanova University και στο Graterford Prison, και διευθύνει το Εργαστήριο Κριτικής Θεωρίας στη Σορβόνη. Πρόσφατα δημοσιευμένα βιβλία του είναι: Counter-History of the Present (2017), Interventions in Contemporary Thought (2016) και Radical History & the Politics of Art (2014). Follow on twitter: @GabrielRockhill. Για περισσότερες πληροφορίες: https://gabrielrockhill.com

[1] Intelligence στα αγγλικά σημαίνει και πληροφορία εκτός από νοημοσύνη.

πηγή: left.gr

      ( - Για να μας αφήσετε το σχόλιό σας πατήστε εδώ )

Αναζήτηση

Επισκεψιμότητα

221541
ΣήμεραΣήμερα160
ΧθεςΧθες253
ΕβδομάδαΕβδομάδα596
ΜήναςΜήνας3063
ΣυνολικάΣυνολικά221541
Επισκέπτες Online 5

Συλλογή Απόψεων

Σας αρέσει η νέα μας ιστοσελίδα ;

Πολύ - 55.6%
Αρκετά - 22.2%
Λίγο - 11.1%
Καθόλου - 11.1%

Συνολικές ψήφοι: 9
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: 04 Ιαν 2013 - 11:00
Facebook